Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Κάρμα

Το 1821 ήταν ιέρεια σε ένα γκρεμισμένο βωμό κάπου στα περίχωρα της Αθήνας. Ο άντρας με το ασημένιο μουστάκι και τα σκληρά καπούλια την πλησίασε. Οι μπότες του συνέθλιψαν τα πετραδάκια μαρμάρου από την κολώνα που σχεδόν την αγκάλιαζε χιλιοραγισμένη πίσω της. Δεν τον ένοιαζε για το παρελθόν της χώρας, μόνο για το μέλλον. Η ξεχασμένη μάγισσα με το όνομα Εκάτη, υπερβολικά άσχημη για να αγαπηθεί, ήταν ένα αναγκαίο κακό σε έναν κόσμο που κατέρρεε από την καταπίεση.
«Δεν νοιάζεσαι για εμένα. Μόνο για αυτούς,» του είπε εκείνη.
«Όλοι μας έχουμε ένα ρόλο σε αυτή τη ζωή. Δεν με νοιάζουν τα συναισθήματά σου,» της απάντησε αυτός.
Η Εκάτη μάσησε δυο φύλα κάνναβης και του ψιθύρισε στο αυτί.
«Αυτός ο τόπος θα αναστηθεί και θα πεθάνει πολλές φορές, πάρα πολλές. Κι ακόμα όταν τα κόκκαλα σου γίνουν άσπρα και τελικά σκόνη, πάλι θα πεθαίνει και θα ανασταίνεται.»
Μπορούσε να προφητεύσει τα πάντα, εκτός από την ίδια της την μοίρα.
Ο άντρας έγλειψε τα χείλη του και αφού έξυσε την γενειάδα του έφυγε ικανοποιημένος.

Το 1970 στερέωσε στη μύτη της τα κοκάλινα γυαλιά της και έτριψε πάνω στο γυμνό της σώμα την γούνα της. Την έκανε να νιώθει σαν άγριο ζώο μέσα στο πλήθος που την έγδυνε με τα μάτια του. Θυμήθηκε μια εποχή, είκοσι χρόνια πριν, όταν χαρούμενη σκούπιζε στα τέσσερα τους λεκέδες του άντρα της πάνω στο κόκκινο χαλί, και έπεφτε ο ιδρώτας της από το μέτωπό της και τα έκανε όλα ακόμα χειρότερα.
Άνοιξε τα ρουθούνια της και πήρε μια λευκή ανάσα. Τα σώματα γύρω της συγχρονίστηκαν και άρχισαν να πάλλονται στον ρυθμό που εξέπεμψε αυτή. Μέσα και έξω, μαζί, ταξίδεψαν στα κύματα της έκστασης. Μετά από λίγο έμειναν αγκαλιασμένοι σαν κουτάβια.
«Τα λέμε αύριο,» είπε. Πίεσε τα γυαλιά της στη μύτη της. Ο πόνος ήταν γλυκός.
Το 2016 ήταν χημικός σε ένα από τα μεγαλύτερα εργαστήρια της πόλης. Την έλεγαν Εκάτη. Οι απανωτές δοκιμές την γέμισαν με το δηλητήριο που τόσο απεχθανόταν. Κι αφού από τότε δεν μπορούσε να πλησιάσει άνθρωπο –ποτέ μετά από εκείνη τη φορά που έβαλε κάτω τον Αχιλλέα και τα μάτια του γούρλωσαν και άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα- αναρωτήθηκε αν η κατάρα της την προστάτευε από τα ερωτικά τερτίπια των ανδρών η την σταματούσε από το να βρει τον πραγματικό έρωτα.
«Να βρεις ένα καλό παιδί να παντρευτείς,» έλεγαν οι γονείς της.
Την παρομοίασαν με την αδερφή της που παντρεύτηκε τον πλούσιο αυτόν πλευμπόυ, τον Τόμας. Συχνά  χάιδευε την Εκάτη στην πλάτη και πίεζε τους γοφούς του στο σώμα της από πίσω, όταν η αδερφή της μιλούσε στο τηλέφωνο. Σκεφτόταν πολλές φορές να ενδώσει, να τον δηλητηριάσει και αυτόν, αλλά τι θα έλεγε η αδερφή της που τον είχε στο μυαλό της σαν τον πρίγκηπα του παραμυθιού?

Έτσι περνούσε τα βράδια. Μόνη της. Μόνη, μέxρι που γνώρισε αυτόν.