Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Κυνηγοί Θησαυρών

1.
Κάπου στους ουρανούς
Ο Βισνού κοιμάται
Ο ήλιος το σώμα του βράζει
Ο λωτός με τα γιγαντιαία του πέταλα σκεπάζει
Την γυμνή του μπλε σάρκα
Με τρια βήματα λεν οι κοινοί θνητοί πως έφτιαξε το σύμπαν
Και καρτερούν την ανάντα
Την αιώνια αυτή ευδαιμονία
Που οδηγεί στην σωτηρία
Του νου
Έτσι όπως την όρισε ο Βισνού

2.
Θα έδινα το μισό κομμάτι της ψυχής μου
Να έμπαινα στο σώμα του επόμενου
Να σε ζούσα από την αρχή
Χωρίς να ήξερες πως είμαι εγώ
Σε ένα ξένο σώμα
Να υποκρινόμουν συμπεριφορές και καταστάσεις
Να ήμουν σκληρός και αδυσώπητος
Ακόμα και στο πιο σπαραχτικό σου βλέμμα
Θα κρατούσε έτσι περισσότερο;
Θα με αγαπούσες πιο πολύ;
Θα ζούσα μια ξένη ζωή
Ανάμεσα σε συγγενείς που συναντώ για πρώτη φορά
-Κι όμως αυτοί με ξέρουν-
Μόνο για να σε δω για μια ακόμη φορά
Και να αισθανθώ τη φωνή σου στο λαιμό μου
Θυμάσαι;


3.
Στον ωκεανό
Στον πυθμένα
Θα βρεις κατεστραμμένα πλοία
Με κατάρτια χιλιοσκισμένα
Και μνήμες ναυτικών
Που ξεκίνησαν να βρουν
Την Γη των Μου
Το ελντοράντο των σκληρών ανθρώπων
Με την επιδερμίδα ραπισμένη από το αλάτι
Και το όνειρο σε κάθε τους ταξίδι
Να συναντήσουν έστω και για λίγο
Την Λεμούρια
Και να βρουν καταφύγιο έστω και για λίγο
Στην ήρεμη αγκαλιά της

4.
Ανατολή του ηλίου
Σε χαιρετώ!
Τόσο ζεστή και απαλή
Ποτέ δεν ήταν η νύχτα μαζί μου
Με δάκρυα σε βλέπω
Η τελευταία φορά
Δώσε μου το φιλί σου σήμερα
Την μοίρα μου να συναντήσω
Γιατί κανείς δεν συμπαθεί τον αμαρτωλό
Και στο μέρος που ταξιδεύω
Την συντροφιά σου δεν πρόκειται να ξανασυναντήσω

5.
Λένε πως στην κόλαση
Βρίσκουν καταφύγιο
Όλοι όσοι πληγώνουν τους άλλους
Και χάνονται μέσα στη θέρμη της έκστασης
Της ίδιας τους της τιμωρίας
Οι δαίμονες πετούν κάτω τα μαστίγια και κοροϊδεύουν
«Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να φύγουν από εδώ, μα δεν το κάνουν»
Μια μέρα
Όταν η τιμωρία είναι αρκετή
Αυτοί θα γλύψουν τις πληγές τους
Θα συγχωρήσουν τις ίδιες τους τις αμαρτίες
Και θα φύγουν
Μα αυτοί που έχουν υποφέρει στα χέρια τους
Δεν θα γλιτώσουν ποτέ
Από της κόλασης την γλυκιά ηδονή
Γιατί δεν ήταν ποτέ σωστά θηράματα
Στα δίχτυα των κυνηγών τους
Και καμία τιμωρία δεν είναι αρκετή
Για την ένοχη συνείδηση
Των ανθρώπων που δεν ήταν ποτέ αρκετοί στα μάτια άλλων

6.
Το να είσαι άντρας
Είναι να είσαι διψασμένος
Για την μέρα εκείνη χωρίς βροχή
Όταν τα σπαρτά σου καίγονται
Κάτω από του ήλιου το σκληρό το λιοπύρι
Κι εσύ σηκώνεις την χούφτα σου ψηλά
Αναθεματίζεις τους Θεούς
Και τρεκλίζοντας
Σπέρνεις ξανά

7.
Τα τέλεια χέρια πληκτρολογούν πάνω σε ένα βρώμικο καντράν αδιαφορίας
Το τέλειο σώμα σφυρηλατείται μέσα από την καθημερινή απομόνωση
Ο οξύς του νους
Ξεπερνά την εγωιστική λογική
Όλων των απλών
Με τα εγώ τους
Και τα θέλω τους
Θα έδινε τα πάντα
Για ένα ψίχουλο προσοχής
Μέσα σε μια θάλασσα του πολύ τίποτα
Μια μελωδία
Ένα γνώριμο τοίχο
Μέσα στη δυσαρμονία
Της εκκωφαντικής του ησυχίας

8.
Ένα παιδί κάποτε
Ήθελε να σπάσει το φράγμα
Της κλισέ αυτής πραγματικότητας
Να ταξιδέψει πέρα από το σύμπαν
Να βρει τον θησαυρό των Ουρ
Και νόμιζε πως τον βρήκε
Στο βλέμμα σου
Τον έστειλες πίσω
Στα μικρά του αυτά πόδια που δεν μπορούσε καλά-καλά να πατήσει
Και στο είχε πει
Το ήξερες
Του έδωσες ένα μικρό εφιάλτη
Και ένα μεγάλο σκοτεινό δώρο
Το παιδί θα ταξιδέψει ξανά
Μόνος του
Μια μέρα
Θα γίνει άντρας


9.
Την λέγανε Τιρ να Νογκ
Την γη των νέων
Γιατί όλοι τους πεθαίναν νέοι και ανώριμοι στην μάχη
Σαν κι εσένα
Νέα και ανώριμη
Τιρ να νογκ
Η γη των νέων
Νέα κι εσύ θα παραμείνεις για πάντα
Νέα θα πεθάνεις
Και το φάντασμά σου θα το κουβαλάω μέσα μου
Για πάντα

10.
Μισώ αυτούς που θέλουν να είμαι σκορπιός
Να ανεβαίνω στην πλάτη σου και να σε τσιμπάω
Να σε γεμίζω με δηλητήριο
Και να μου λες πόσο σου αρέσει
Και να νιώθω περήφανος για το πελώριο αυτό κεντρί μου
Μα κάποιες φορές φοβάμαι να το βλέπω
Φοβάμαι να το στρέφω προς τα εμένα
Γιατί το δηλητήριο αυτό με σκοτώνει
Και σκορπιός εγώ δεν γεννήθηκα
Κανείς δεν με ακούει
Με χειροκροτούνε
Κι εγώ τους χαμογελώ