Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Τα θηρία

Αγγλία 18ος αιώνας

Οι στριγκλιές των ζώων όλο και δυνάμωναν. Η κυρία Χάρπερ έσπρωξε με τον αγκώνα της τη γυναίκα που περίμενε στην ουρά μπροστά της. Ο μούργος δίπλα της αναστέναξε.
“Τελειώνετε πια.”
“Μου έκλεψε τη σειρά.”
Τελευταία, είχε ακούσει για ένα ζώο με δυο ουρές, μπρος και πίσω, –ελέφαντα το έλεγαν- με πόδια σαν κορμούς δέντρων και μια κραυγή που έκανε το γκάρισμα ν’ ακούγεται νιαούρισμα.
“Τελειώνετε επιτέλους.”
“Δυο ώρες κάνετε.”
Πίσω της, η αντιπαθητική Μάργκαρετ, με το μαύρο το βέλο της, πάντα βαρυπενθούσα η αντροχωρίστρα. Προχωρούσε σιωπηλά μ’ ένα Τσιουάουα στην αγκαλιά που έτρεμε από το μίσος.
Όλη η υψηλή κοινωνία παρούσα στα εγκαίνια του ζωολογικού κήπου: Και ο κύριος Τζόουνς ο τραπεζίτης, ο «λέρας» και η κυρία Γουίλσον η «παρθένα», η «μαύρη χήρα» και ο Αμερικάνος ο «καουμπόης» με τα άσφαιρα πιστόλια και τις πετρελαιοπηγές σε κάποια χώρα μακρινή. Ακόμα και η μικρή η Τζόυς ήταν εκεί, γεμάτη υποσχέσεις και πουλούσε έρωτες σε ρομαντικούς νέους, πριν τους διαλύσει σαν σφυρί και επιβεβαιώσει το παρατσούκλι της.
Όλοι παρέδιναν στα χέρια του φύλακα από ένα ζώο κι αυτός το άφηνε μπροστά στα θηρία, που το έσφιγγαν ανάμεσα στα δόντια τους και έγλειφαν το αίμα το σαν σιρόπι. Το εισιτήριο για να μπεις κόστιζε μισή λίρα εκτός αν έφερνες ένα σκύλο για θυσία. Όλοι τους ήταν πολύ φτωχοί για να διαθέσουν ένα τόσο μεγάλο ποσό και τα ζώα τους πολύ άρρωστα και αδύναμα για να ζήσουν.
Μα να! Μάλλον ο  φύλακας ξέχασε να κλειδώσει την πόρτα και τα θηρία άρχισαν να βγαίνουν ένα – ένα και να τους παίρνουν στο κυνήγι.
Ποδοβολητό, μουγκρητά,  πανδαιμόνιο. Κι ύστερα…

Σιωπή.