Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Νέος Κόσμος (Ιστορίες με ρούμι)

Κοίταξα τον άντρα που στεκόταν όρθιος μπροστά μου από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Φορούσε μια παλιά τραγιάσκα που έκρυβε την καράφλα του. Δυο-τρεις άσπρες τρίχες ξέφευγαν μόνο γύρω-γύρω. Δύο μπράτσα κρεμόντουσαν από το λεπτό ριγέ ξεθωριασμένο μπλουζάκι του. Το δέρμα γύρω τους χαλαρωμένο με αυλάκια από ρυτίδες. Στο στήθος του ένα γυναικείο όνομα και ένα σκοτεινό δέρμα πάνω στο δικό του. Μια μικρή υποψία αφάνας και μια καμπύλη κοντά στην τιράντα του, πριν τη θηλή του. Γυναικείο στήθος ή οπίσθια θα πρεπε να ήταν ή μια γυναίκα από εξωτική χώρα.
“Θυμάμαι έξω στο λιμάνι πόσο τίγκα ήταν από κόσμο. Γεμάτο με εκφορτωτές και ναυτικούς δυνατούς σαν αρκούδες. Τώρα είναι γεμάτο ζευγαράκια και μαύρους που πουλάνε φυλαχτά. Να μας φυλάξουν από τι; Λες και μπαρκάρει κανείς μες τη φουρτούνα,” είπε και ήπιε τρια ποτηράκια ρούμι ρυθμικά. Ένα...δύο...τρία.
“Δεν ξέρω,” του είπα. “Μ’αρέσουν τα πράγματα όπως είναι σήμερα. Έχει ησυχία εδώ.”
Με αγνόησε και συνέχισε να μονολογεί.
“Παλιά, μας βάζανε νερό στο ρούμι για να χαλάει πιο γρήγορα. Και όταν το πετούσαμε στη θάλασσα από τη βρώμα, ανυπομονούσαμε να ξεμπαρκάρουμε για να πιούμε με την ησυχία μας στα μπαρ κοντά στο λιμάνι. Ποια ησυχία δηλαδή; Γεμάτο στις πόρνες ήταν. Σου σκάγανε ένα χαμόγελο, καθόντουσαν στα πόδια σου, σε έπαιρναν από το χέρι και σε τραβούσαν μέσα στο δωμάτιο.”
Όσο μιλούσε ο θαλασσόλυκος, πράγματα που δεν είχαν κάποια σημασία πριν μου έκαναν εντύπωση. Το γέρικό του χέρι στην αχτίδα φωτός γινόταν θαμπό, οι φλέβες στα μπράτσα του που ήταν αφύσικα μωβ και τα ψηλά του πόδια με τα χοντρά παπούτσια που σχεδόν δεν τα πατούσε στο έδαφος.
“Δεν με νοιάζει παππού. Εγώ με τα λεφτά από τα ταξίδια μου πήρα αυτό το σιδερένιο δαχτυλίδι δώρο για την κοπέλα μου. Θα κάνω μια καινούργια αρχή στην πόλη. Δεν είναι για μένα η ζωή του ναυτικού,” του είπα.
“Τώρα κορίτσια δέκα χρονώ, δέκα χρονώ, και σε παρακαλάνε να πας μαζί τους. Εκεί καταντήσαμε. Δεν είναι η ζωή του ναυτικού όπως ήταν. Τώρα όλοι για το χρήμα. Μα η θάλασσα είναι μυστήρια κυρά. Αν δεν την ζήσεις, αν δεν δαμάσεις, αν δεν την αφήσεις να σε παρασύρει δεν μπορείς να την καταλάβεις,” είπε και σήκωσε το ποτήρι στον αέρα.
Eβίβα,” του είπα κι έκανα το ίδιο. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας στον αέρα, και το δαχτυλίδι μου ακούμπησε ελαφρά το μικρό του δάχτυλο.
“Άκουσε τι θα σου πω, και μην σου ξεφύγει παραέξω: Τούτος ο κόσμος ο μοντέρνος είναι για τους γεροθαλασσόλυκους ότι ο σίδηρος για τα τελώνια. Μην τον αφήσεις να σε παρασύρει, γιατί όταν μια μέρα φτάσεις να λες τις ιστορίες σου σε νεότερους ναυτικούς θα είναι αργά να τον αλλάξεις.”
Πριν γυρίσω την πλάτη μου στον γέροντα και τον αφήσω μόνο του, έκανα ένα μικρό νεύμα αποχαιρετισμού Τα λόγια του έκρυβαν πικρές αλήθειες μα αυτή είναι η δικιά μου ζωή και θα την ζήσω όπως θέλω εγώ. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ το πνιγηρό του γέλιο και το αίμα που έτρεχε από τα γεμάτα σκορβούτο ούλα του.