Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Κάρμα

Το 1821 ήταν ιέρεια σε ένα γκρεμισμένο βωμό κάπου στα περίχωρα της Αθήνας. Ο άντρας με το ασημένιο μουστάκι και τα σκληρά καπούλια την πλησίασε. Οι μπότες του συνέθλιψαν τα πετραδάκια μαρμάρου από την κολώνα που σχεδόν την αγκάλιαζε χιλιοραγισμένη πίσω της. Δεν τον ένοιαζε για το παρελθόν της χώρας, μόνο για το μέλλον. Η ξεχασμένη μάγισσα με το όνομα Εκάτη, υπερβολικά άσχημη για να αγαπηθεί, ήταν ένα αναγκαίο κακό σε έναν κόσμο που κατέρρεε από την καταπίεση.
«Δεν νοιάζεσαι για εμένα. Μόνο για αυτούς,» του είπε εκείνη.
«Όλοι μας έχουμε ένα ρόλο σε αυτή τη ζωή. Δεν με νοιάζουν τα συναισθήματά σου,» της απάντησε αυτός.
Η Εκάτη μάσησε δυο φύλα κάνναβης και του ψιθύρισε στο αυτί.
«Αυτός ο τόπος θα αναστηθεί και θα πεθάνει πολλές φορές, πάρα πολλές. Κι ακόμα όταν τα κόκκαλα σου γίνουν άσπρα και τελικά σκόνη, πάλι θα πεθαίνει και θα ανασταίνεται.»
Μπορούσε να προφητεύσει τα πάντα, εκτός από την ίδια της την μοίρα.
Ο άντρας έγλειψε τα χείλη του και αφού έξυσε την γενειάδα του έφυγε ικανοποιημένος.

Το 1970 στερέωσε στη μύτη της τα κοκάλινα γυαλιά της και έτριψε πάνω στο γυμνό της σώμα την γούνα της. Την έκανε να νιώθει σαν άγριο ζώο μέσα στο πλήθος που την έγδυνε με τα μάτια του. Θυμήθηκε μια εποχή, είκοσι χρόνια πριν, όταν χαρούμενη σκούπιζε στα τέσσερα τους λεκέδες του άντρα της πάνω στο κόκκινο χαλί, και έπεφτε ο ιδρώτας της από το μέτωπό της και τα έκανε όλα ακόμα χειρότερα.
Άνοιξε τα ρουθούνια της και πήρε μια λευκή ανάσα. Τα σώματα γύρω της συγχρονίστηκαν και άρχισαν να πάλλονται στον ρυθμό που εξέπεμψε αυτή. Μέσα και έξω, μαζί, ταξίδεψαν στα κύματα της έκστασης. Μετά από λίγο έμειναν αγκαλιασμένοι σαν κουτάβια.
«Τα λέμε αύριο,» είπε. Πίεσε τα γυαλιά της στη μύτη της. Ο πόνος ήταν γλυκός.
Το 2016 ήταν χημικός σε ένα από τα μεγαλύτερα εργαστήρια της πόλης. Την έλεγαν Εκάτη. Οι απανωτές δοκιμές την γέμισαν με το δηλητήριο που τόσο απεχθανόταν. Κι αφού από τότε δεν μπορούσε να πλησιάσει άνθρωπο –ποτέ μετά από εκείνη τη φορά που έβαλε κάτω τον Αχιλλέα και τα μάτια του γούρλωσαν και άρχισε να βγάζει αφρούς από το στόμα- αναρωτήθηκε αν η κατάρα της την προστάτευε από τα ερωτικά τερτίπια των ανδρών η την σταματούσε από το να βρει τον πραγματικό έρωτα.
«Να βρεις ένα καλό παιδί να παντρευτείς,» έλεγαν οι γονείς της.
Την παρομοίασαν με την αδερφή της που παντρεύτηκε τον πλούσιο αυτόν πλευμπόυ, τον Τόμας. Συχνά  χάιδευε την Εκάτη στην πλάτη και πίεζε τους γοφούς του στο σώμα της από πίσω, όταν η αδερφή της μιλούσε στο τηλέφωνο. Σκεφτόταν πολλές φορές να ενδώσει, να τον δηλητηριάσει και αυτόν, αλλά τι θα έλεγε η αδερφή της που τον είχε στο μυαλό της σαν τον πρίγκηπα του παραμυθιού?

Έτσι περνούσε τα βράδια. Μόνη της. Μόνη, μέxρι που γνώρισε αυτόν.




Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Κυνηγοί Θησαυρών

1.
Κάπου στους ουρανούς
Ο Βισνού κοιμάται
Ο ήλιος το σώμα του βράζει
Ο λωτός με τα γιγαντιαία του πέταλα σκεπάζει
Την γυμνή του μπλε σάρκα
Με τρια βήματα λεν οι κοινοί θνητοί πως έφτιαξε το σύμπαν
Και καρτερούν την ανάντα
Την αιώνια αυτή ευδαιμονία
Που οδηγεί στην σωτηρία
Του νου
Έτσι όπως την όρισε ο Βισνού

2.
Θα έδινα το μισό κομμάτι της ψυχής μου
Να έμπαινα στο σώμα του επόμενου
Να σε ζούσα από την αρχή
Χωρίς να ήξερες πως είμαι εγώ
Σε ένα ξένο σώμα
Να υποκρινόμουν συμπεριφορές και καταστάσεις
Να ήμουν σκληρός και αδυσώπητος
Ακόμα και στο πιο σπαραχτικό σου βλέμμα
Θα κρατούσε έτσι περισσότερο;
Θα με αγαπούσες πιο πολύ;
Θα ζούσα μια ξένη ζωή
Ανάμεσα σε συγγενείς που συναντώ για πρώτη φορά
-Κι όμως αυτοί με ξέρουν-
Μόνο για να σε δω για μια ακόμη φορά
Και να αισθανθώ τη φωνή σου στο λαιμό μου
Θυμάσαι;


3.
Στον ωκεανό
Στον πυθμένα
Θα βρεις κατεστραμμένα πλοία
Με κατάρτια χιλιοσκισμένα
Και μνήμες ναυτικών
Που ξεκίνησαν να βρουν
Την Γη των Μου
Το ελντοράντο των σκληρών ανθρώπων
Με την επιδερμίδα ραπισμένη από το αλάτι
Και το όνειρο σε κάθε τους ταξίδι
Να συναντήσουν έστω και για λίγο
Την Λεμούρια
Και να βρουν καταφύγιο έστω και για λίγο
Στην ήρεμη αγκαλιά της

4.
Ανατολή του ηλίου
Σε χαιρετώ!
Τόσο ζεστή και απαλή
Ποτέ δεν ήταν η νύχτα μαζί μου
Με δάκρυα σε βλέπω
Η τελευταία φορά
Δώσε μου το φιλί σου σήμερα
Την μοίρα μου να συναντήσω
Γιατί κανείς δεν συμπαθεί τον αμαρτωλό
Και στο μέρος που ταξιδεύω
Την συντροφιά σου δεν πρόκειται να ξανασυναντήσω

5.
Λένε πως στην κόλαση
Βρίσκουν καταφύγιο
Όλοι όσοι πληγώνουν τους άλλους
Και χάνονται μέσα στη θέρμη της έκστασης
Της ίδιας τους της τιμωρίας
Οι δαίμονες πετούν κάτω τα μαστίγια και κοροϊδεύουν
«Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να φύγουν από εδώ, μα δεν το κάνουν»
Μια μέρα
Όταν η τιμωρία είναι αρκετή
Αυτοί θα γλύψουν τις πληγές τους
Θα συγχωρήσουν τις ίδιες τους τις αμαρτίες
Και θα φύγουν
Μα αυτοί που έχουν υποφέρει στα χέρια τους
Δεν θα γλιτώσουν ποτέ
Από της κόλασης την γλυκιά ηδονή
Γιατί δεν ήταν ποτέ σωστά θηράματα
Στα δίχτυα των κυνηγών τους
Και καμία τιμωρία δεν είναι αρκετή
Για την ένοχη συνείδηση
Των ανθρώπων που δεν ήταν ποτέ αρκετοί στα μάτια άλλων

6.
Το να είσαι άντρας
Είναι να είσαι διψασμένος
Για την μέρα εκείνη χωρίς βροχή
Όταν τα σπαρτά σου καίγονται
Κάτω από του ήλιου το σκληρό το λιοπύρι
Κι εσύ σηκώνεις την χούφτα σου ψηλά
Αναθεματίζεις τους Θεούς
Και τρεκλίζοντας
Σπέρνεις ξανά

7.
Τα τέλεια χέρια πληκτρολογούν πάνω σε ένα βρώμικο καντράν αδιαφορίας
Το τέλειο σώμα σφυρηλατείται μέσα από την καθημερινή απομόνωση
Ο οξύς του νους
Ξεπερνά την εγωιστική λογική
Όλων των απλών
Με τα εγώ τους
Και τα θέλω τους
Θα έδινε τα πάντα
Για ένα ψίχουλο προσοχής
Μέσα σε μια θάλασσα του πολύ τίποτα
Μια μελωδία
Ένα γνώριμο τοίχο
Μέσα στη δυσαρμονία
Της εκκωφαντικής του ησυχίας

8.
Ένα παιδί κάποτε
Ήθελε να σπάσει το φράγμα
Της κλισέ αυτής πραγματικότητας
Να ταξιδέψει πέρα από το σύμπαν
Να βρει τον θησαυρό των Ουρ
Και νόμιζε πως τον βρήκε
Στο βλέμμα σου
Τον έστειλες πίσω
Στα μικρά του αυτά πόδια που δεν μπορούσε καλά-καλά να πατήσει
Και στο είχε πει
Το ήξερες
Του έδωσες ένα μικρό εφιάλτη
Και ένα μεγάλο σκοτεινό δώρο
Το παιδί θα ταξιδέψει ξανά
Μόνος του
Μια μέρα
Θα γίνει άντρας


9.
Την λέγανε Τιρ να Νογκ
Την γη των νέων
Γιατί όλοι τους πεθαίναν νέοι και ανώριμοι στην μάχη
Σαν κι εσένα
Νέα και ανώριμη
Τιρ να νογκ
Η γη των νέων
Νέα κι εσύ θα παραμείνεις για πάντα
Νέα θα πεθάνεις
Και το φάντασμά σου θα το κουβαλάω μέσα μου
Για πάντα

10.
Μισώ αυτούς που θέλουν να είμαι σκορπιός
Να ανεβαίνω στην πλάτη σου και να σε τσιμπάω
Να σε γεμίζω με δηλητήριο
Και να μου λες πόσο σου αρέσει
Και να νιώθω περήφανος για το πελώριο αυτό κεντρί μου
Μα κάποιες φορές φοβάμαι να το βλέπω
Φοβάμαι να το στρέφω προς τα εμένα
Γιατί το δηλητήριο αυτό με σκοτώνει
Και σκορπιός εγώ δεν γεννήθηκα
Κανείς δεν με ακούει
Με χειροκροτούνε
Κι εγώ τους χαμογελώ


Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Το χαμόγελο

Το χαμόγελο

Όταν τον βρήκανε, δίπλα στα συντρίμμια μιας άμαξας, να κλαίει πίσω από το κουφάρι του σφαγιασμένου αλόγου, τον ρώτησαν πως τον λένε. Η απάντησή του ήταν ένας γλωσσοδέτης: «Σετακάμπουρο Αναμπιρσάντα Ουπανισμάντα». Έτσι, έκαναν αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε άνθρωπος που θα είχε τα λογικά του. Τον μάζεψαν σπίτι και κόψανε τα πρώτα γράμματα από τον σιδηρόδρομο του ονόματός του. Τον φωνάζανε απλώς «Σέτα».
Η οικογένεια που τον υιοθέτησε ζούσε σ’ ένα καλύβι οχυρωμένο πίσω από ένα αμάλγαμα κοφτερών βράχων και δέντρων που τους κρατούσε σαν παλάμη προστατευμένους απ’ τον έξω κόσμο. Για τον πατέρα, η άφιξη του Σέτα δεν ήταν παρά ένας κακός οιωνός. Και μόνο η εικόνα της άμαξας που είχε γύρει πλάγια, με τον σπασμένο τροχό να γυρίζει διαρκώς και το τρομαγμένο βλέμμα του Σέτα να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται, ήταν αρκετό για να τον γεμίσει με αμφιβολίες.
«Πάρε αυτό», είπε. Του έδωσε ένα βρομόπανο. «Όλο το σπίτι. Α, και φόρα αυτά».
Του πέταξε ένα μπεζ παντελονάκι και ένα ριγέ πουκάμισο. Τον βρήκαν στα μούτρα.  
Το καθάρισμα του σπιτιού ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση για τον Σέτα, κυρίως γιατί τα αδέρφια του φρόντιζαν να τον σαμποτάρουν με την κάθε ευκαιρία. Είτε έριχναν κάτω την σφουγγαρίστρα, είτε πετούσαν τα ξύλινα παιχνίδια τους πάνω του, είτε έμπαιναν με λασπωμένα πόδια και πατούσαν στις γωνίες που μόλις είχε καθαρίσει, το αποτέλεσμα ήτα πάντα το ίδιο: ο Πατέρας κατέληγε να διακοσμεί το κεφάλι του Σέτα με καρούμπαλα. Κράδαινε στο χέρι του μια ακτίνα από τη ρόδα της άμαξας, δίπλα στην οποία τον βρήκε κουλουριασμένο να ψέλνει το όνομά του σαν σιωπηλή προσευχή: Σετακάμπουρο Αναμπιρσάντα Ουπανισμάντα.
Κάθε ράπισμα θύμιζε και στους δύο πως ο Σέτα δεν ήταν μέλος της οικογένειας. Πως δεν προήλθε μέσα από τα σπλάχνα του δάσους, αλλά ήταν παιδί αυτής της «αναθεματισμένης πόλης», όπως έλεγε ο Πατέρας.
«Έρχονται εδώ με τις άμαξες και τους μπελάδες τους, μου τσαλαπατάνε τα σπαρτά και μετά ζητάνε και τα ρέστα. Λες και δεν έχω αρκετά προβλήματα ήδη», γκρίνιαζε ο πατέρας στη μητέρα πριν κοιμηθούν. Οι κακουχίες της φύσης είχε προικίσει και τους δύο από ένα νεανικό κορμί, παρά τις πέντε δεκαετίες που βάραιναν την πλάτη τους. Αυτός όμως ο συνεχής φόβος, η αόρατη απειλή που θα μπορούσε να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή και να πεταχτεί την ώρα που έσβηνε τη φωτιά το βράδυ –πριν ο Πατέρας βάλει τα παιδιά του για ύπνο–, άφηνε και  σημάδια στο πρόσωπο, που χρόνο με τον χρόνο γίνονταν πιο βαθιά. Και ο Σέταη, ως η ύπαρξ και μόνο, ήταν ένας οιωνός πως κάτι θα πάει στραβά.
«Σημάδι από τον Θεό», έσκουζε η Μητέρα.
Με τα χρόνια ο Σέτα άρχιζε να συνηθίζει στον πόνο και στις όλο και πιο βίαιες επιθέσεις. Συνήθισε να του συμπεριφέρονται σαν να είναι παρείσακτος, σαν μια ανθρώπινη κούκλα που δεν της άξιζε ν’ αγαπηθεί. Σιγά σιγά το πίστευε κιόλας. Όλοι τους άξιζαν μια αγκαλιά, από τα μικρά μπομπιράκια που έτρεχαν γύρω γύρω και κατέληγαν στην αγκαλιά της μητέρας τους, μέχρι και τον Πατέρα, αυτόν τον σκληροτράχηλο άντρα που όμως πάντα κατέληγε στο κρεβάτι με την σύζυγό του υπό τον ήχο των βραδινών αναστεναγμών. Όλοι τους εκτός από αυτόν. Κάθε φορά που έτρωγε μια ξυλιά από τη Μητέρα, ο Σέτα έβαζε τα κλάματα. Κάθε μέρα, εκτός από τη μέρα των γενεθλίων του. Επειδή άφησε το πανί μέσα στον κουβά όταν τελείωσε το γυάλισμα του πατώματος –η Μητέρα του είχε πει επανειλημμένα να το αφήνει έξω από τον κουβά γιατί βρομάει χώμα– άρπαξε μια ξυλιά στο κεφάλι απ’ τη βεντάλια της κυρίας. Κι όμως, σε αντίθεση με τις προηγούμενες φορές και παρά το αίμα που του δρόσισε τα χείλη, δεν έκλαψε. Μόνο γέλασε και την κοίταξε στα μάτια.
«Πάει το παιδί», είπε Αυτή, «δεν είναι καλά».
«Τα ’λεγα εγώ πως είναι χαζό από την αρχή, μα κανείς δεν μ’ άκουγε», είπε ο Πατέρας. Οι γιοι του γέλασαν. Ήταν πλέον σε τέτοια ηλικία που μπορούσαν να επαναλάβουν τα χειρότερα στοιχεία των γονιών τους με το άλλοθι της αθωότητάς και του νεαρού της ηλικίας τους.
Και ο Σέτα γέλασε όταν ο Πατέρας τον χτύπησε στο κεφάλι επειδή το πάτωμα δεν ήταν τόσο γυαλιστερό όσο ήθελε… και τον κλώτσησε όταν άθελά του έσπρωξε τον μικρό του αδελφό που μπερδεύτηκε στα πόδια του… και τον άφησε νηστικό όταν βούρτσιζε τη χαίτη του αλόγου κόντρα, αν και του είχαν πει τόσες φορές να τη βουρτσίζει με την φορά της τρίχας. Η αντίδρασή του ήταν η ίδια: χαμογέλασε. Δύο μάτια κενά επέστρεφαν ένα άδειο βλέμμα στον Πατέρα του κι αυτός σαστισμένος έφευγε μακριά του βρίζοντας.
«Θα μας καταστρέψει αυτό το παιδι!» φώναξε.
Βράδυ. Η καλύβα λουζόταν από το περίεργο κίτρινο φως της πανσελήνου. Ποδοβολητά, ιαχές, μυρωδιά από μπαρούτι. Μπήκε μέσα, ένας στρατιώτης με ματωμένα πλευρά και μια ξιφολόγχη καρφωμένη στο στήθος του. Την άφησε εκεί. Δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τις πληγές του. Ο Πατέρας σηκώθηκε πρώτος να δει τι συμβαίνει αλλά η τσεκουριά τον βρήκε στον σβέρκο και τον έριξε στο κρεβάτι. Οι δύο μπόμπιρες κρύφτηκαν μέσα στα βάζα –έτσι έπαιζαν όταν ήταν μόνα τους– αλλά δεν υπολόγισαν πως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν κοινός εγκληματίας αλλά στρατιώτης. Ο μόνος που παρέμεινε ατάραχος ήταν ο Σέτα. Με έναν ξύλινο κουβά μάζεψε νερό απ’ το πηγάδι αλλά, γοητευμένος από την αντανάκλαση του φεγγαριού, πλατσούριζε το χέρι του στην επιφάνεια. Ο στρατιώτης είχε τρεις φορές το ύψος του. Ήταν σίγουρα ψηλότερος από τη Μητέρα και τον Πατέρα αλλά λιγότερο φαρδύς, σαν κορμός δέντρου. Τα μάτια του δεν είχαν τη σύγχυση ενός εκτός ελέγχου δολοφόνου, αλλά την αυστηρή αδιαφορία ενός χασάπη.
Όχι χασάπης, κυνηγός, σκέφτηκε ο Σέτα. Είναι κυνηγός.
Ο στρατιώτης πλησίασε τα νώτα του και ύψωσε το σπαθί για το τελειωτικό χτύπημα. Ήταν ο τρόπος που η αιχμή του σπαθιού ακούμπησε την πανσέληνο και η λεπίδα που γέμισε με αυτό το θαμπό φως. Ο Σέτα το κοίταξε σαν να ήταν κάποιο θαύμα.
Πώς να είναι να σε αγαπάνε; αναρωτήθηκε. Κάθε μέρα να ξυπνάς δίπλα σε έναν άνθρωπο που να σε γεμίζει χαρά και να μπορείς να γελάς χωρίς φόβο καθώς ακουμπά το χέρι σου πάνω στο δικό του;
Οι σκέψεις αυτές έσβησαν γρήγορα στη θέα του σπαθιού. Ο Σέτα φαντάστηκε δύο αντρικά μπράτσα να χτυπούν το ατσάλι με σφυρί ξανά και ξανά, μέχρι η πυρωμένη λεπίδα να βυθιστεί στο νερό. Κι από τον ατμό να ξεπροβάλλει η ασημένια αυτή αιχμή.
Όνειρα και εραστές και παιδιά, όλα δεν είναι τίποτα μπροστά της, σκέφτηκε.
Δύο κινήσεις έκανε. Η πρώτη ήταν να βγάλει το μικρό μαχαίρι μέσα απ’ το πουκάμισό του –ήταν απλό να κόψεις την γλώσσα σου με ένα μαχαιράκι και να πνιγείς απ’ το αίμα, χωρίς όμως να την κάνει- και η δεύτερη να το καρφώσει στο στήθος της Μητέρας που  φάνηκε ότι θα ορμούσε στον κυνηγό. Έπεσε κάτω χωρίς πολλές διαμαρτυρίες.
«Νομίζεις πως θα σε αφήσω να ζήσεις επειδή σκότωσες την μητέρα σου;» ψέλλισε εκείνος αφού έλυσε το πηγούνι του και όρθωσε πάλι το σπαθί. Ο Σέτα χαμογέλασε. Ήθελε να δει ξανά το ασήμι πάνω στο ασήμι, το κίτρινο πάνω στην κόψη του σπαθιού. Ήταν πανέμορφο. Δώρο θεϊκό. Ο κυνηγός σάστισε. Είχε συνηθίσει στα κλάματα, στα παρακαλετά και στις δωροδοκίες: «Θα σου δώσω τα πάντα μην με σκοτώσεις,» έλεγαν οι περισσότεροι. Μα αυτό το χαμόγελο, και τα μάτια τα τόσο κενά...
«Δεν είσαι σαν τους άλλους, έτσι δεν είναι; Υπάρχει κάτι περίεργο πάνω σου».
Τον σήκωσε πάνω σαν κουτάβι και με γυμνά πόδια έτρεξαν προς την πλαγιά. Οι στρατιώτες βρήκαν μόνο πτώματα το ίδιο βράδυ. Έτσι ήταν εκείνες οι μέρες. Όσο για τον Σέτα, άλλοι λένε πως έφτιαξε μια κρυφή πόλη μέσα στην καρδιά του δάσους και συχνά έκανε επιδρομές στα γύρω χωριά. Την ιστορία του την αφηγούνται οι γιαγιάδες στα παιδιά τους το βράδυ για να τα τρομάξουν να μην πηγαίνουν βαθιά στο δάσος, όταν είναι μόνα τους. Τη λένε όμως και οι χτίστες στους γιούς τους για να μην παίρνουν περισσότερα από όσα δίνουν. Και οι επισκέπτες της περιοχής λένε: «Σετακάμπουρο Αναμπιρσάντα Ουπανισμάντα» πριν μπούνε στο δάσος, όχι σαν γλωσσοδέτη αλλά σαν μια σιωπηλή προσευχή.


~Fin

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Τα θηρία

Αγγλία 18ος αιώνας

Οι στριγκλιές των ζώων όλο και δυνάμωναν. Η κυρία Χάρπερ έσπρωξε με τον αγκώνα της τη γυναίκα που περίμενε στην ουρά μπροστά της. Ο μούργος δίπλα της αναστέναξε.
“Τελειώνετε πια.”
“Μου έκλεψε τη σειρά.”
Τελευταία, είχε ακούσει για ένα ζώο με δυο ουρές, μπρος και πίσω, –ελέφαντα το έλεγαν- με πόδια σαν κορμούς δέντρων και μια κραυγή που έκανε το γκάρισμα ν’ ακούγεται νιαούρισμα.
“Τελειώνετε επιτέλους.”
“Δυο ώρες κάνετε.”
Πίσω της, η αντιπαθητική Μάργκαρετ, με το μαύρο το βέλο της, πάντα βαρυπενθούσα η αντροχωρίστρα. Προχωρούσε σιωπηλά μ’ ένα Τσιουάουα στην αγκαλιά που έτρεμε από το μίσος.
Όλη η υψηλή κοινωνία παρούσα στα εγκαίνια του ζωολογικού κήπου: Και ο κύριος Τζόουνς ο τραπεζίτης, ο «λέρας» και η κυρία Γουίλσον η «παρθένα», η «μαύρη χήρα» και ο Αμερικάνος ο «καουμπόης» με τα άσφαιρα πιστόλια και τις πετρελαιοπηγές σε κάποια χώρα μακρινή. Ακόμα και η μικρή η Τζόυς ήταν εκεί, γεμάτη υποσχέσεις και πουλούσε έρωτες σε ρομαντικούς νέους, πριν τους διαλύσει σαν σφυρί και επιβεβαιώσει το παρατσούκλι της.
Όλοι παρέδιναν στα χέρια του φύλακα από ένα ζώο κι αυτός το άφηνε μπροστά στα θηρία, που το έσφιγγαν ανάμεσα στα δόντια τους και έγλειφαν το αίμα το σαν σιρόπι. Το εισιτήριο για να μπεις κόστιζε μισή λίρα εκτός αν έφερνες ένα σκύλο για θυσία. Όλοι τους ήταν πολύ φτωχοί για να διαθέσουν ένα τόσο μεγάλο ποσό και τα ζώα τους πολύ άρρωστα και αδύναμα για να ζήσουν.
Μα να! Μάλλον ο  φύλακας ξέχασε να κλειδώσει την πόρτα και τα θηρία άρχισαν να βγαίνουν ένα – ένα και να τους παίρνουν στο κυνήγι.
Ποδοβολητό, μουγκρητά,  πανδαιμόνιο. Κι ύστερα…

Σιωπή.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Νέος Κόσμος (Ιστορίες με ρούμι)

Κοίταξα τον άντρα που στεκόταν όρθιος μπροστά μου από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Φορούσε μια παλιά τραγιάσκα που έκρυβε την καράφλα του. Δυο-τρεις άσπρες τρίχες ξέφευγαν μόνο γύρω-γύρω. Δύο μπράτσα κρεμόντουσαν από το λεπτό ριγέ ξεθωριασμένο μπλουζάκι του. Το δέρμα γύρω τους χαλαρωμένο με αυλάκια από ρυτίδες. Στο στήθος του ένα γυναικείο όνομα και ένα σκοτεινό δέρμα πάνω στο δικό του. Μια μικρή υποψία αφάνας και μια καμπύλη κοντά στην τιράντα του, πριν τη θηλή του. Γυναικείο στήθος ή οπίσθια θα πρεπε να ήταν ή μια γυναίκα από εξωτική χώρα.
“Θυμάμαι έξω στο λιμάνι πόσο τίγκα ήταν από κόσμο. Γεμάτο με εκφορτωτές και ναυτικούς δυνατούς σαν αρκούδες. Τώρα είναι γεμάτο ζευγαράκια και μαύρους που πουλάνε φυλαχτά. Να μας φυλάξουν από τι; Λες και μπαρκάρει κανείς μες τη φουρτούνα,” είπε και ήπιε τρια ποτηράκια ρούμι ρυθμικά. Ένα...δύο...τρία.
“Δεν ξέρω,” του είπα. “Μ’αρέσουν τα πράγματα όπως είναι σήμερα. Έχει ησυχία εδώ.”
Με αγνόησε και συνέχισε να μονολογεί.
“Παλιά, μας βάζανε νερό στο ρούμι για να χαλάει πιο γρήγορα. Και όταν το πετούσαμε στη θάλασσα από τη βρώμα, ανυπομονούσαμε να ξεμπαρκάρουμε για να πιούμε με την ησυχία μας στα μπαρ κοντά στο λιμάνι. Ποια ησυχία δηλαδή; Γεμάτο στις πόρνες ήταν. Σου σκάγανε ένα χαμόγελο, καθόντουσαν στα πόδια σου, σε έπαιρναν από το χέρι και σε τραβούσαν μέσα στο δωμάτιο.”
Όσο μιλούσε ο θαλασσόλυκος, πράγματα που δεν είχαν κάποια σημασία πριν μου έκαναν εντύπωση. Το γέρικό του χέρι στην αχτίδα φωτός γινόταν θαμπό, οι φλέβες στα μπράτσα του που ήταν αφύσικα μωβ και τα ψηλά του πόδια με τα χοντρά παπούτσια που σχεδόν δεν τα πατούσε στο έδαφος.
“Δεν με νοιάζει παππού. Εγώ με τα λεφτά από τα ταξίδια μου πήρα αυτό το σιδερένιο δαχτυλίδι δώρο για την κοπέλα μου. Θα κάνω μια καινούργια αρχή στην πόλη. Δεν είναι για μένα η ζωή του ναυτικού,” του είπα.
“Τώρα κορίτσια δέκα χρονώ, δέκα χρονώ, και σε παρακαλάνε να πας μαζί τους. Εκεί καταντήσαμε. Δεν είναι η ζωή του ναυτικού όπως ήταν. Τώρα όλοι για το χρήμα. Μα η θάλασσα είναι μυστήρια κυρά. Αν δεν την ζήσεις, αν δεν δαμάσεις, αν δεν την αφήσεις να σε παρασύρει δεν μπορείς να την καταλάβεις,” είπε και σήκωσε το ποτήρι στον αέρα.
Eβίβα,” του είπα κι έκανα το ίδιο. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας στον αέρα, και το δαχτυλίδι μου ακούμπησε ελαφρά το μικρό του δάχτυλο.
“Άκουσε τι θα σου πω, και μην σου ξεφύγει παραέξω: Τούτος ο κόσμος ο μοντέρνος είναι για τους γεροθαλασσόλυκους ότι ο σίδηρος για τα τελώνια. Μην τον αφήσεις να σε παρασύρει, γιατί όταν μια μέρα φτάσεις να λες τις ιστορίες σου σε νεότερους ναυτικούς θα είναι αργά να τον αλλάξεις.”
Πριν γυρίσω την πλάτη μου στον γέροντα και τον αφήσω μόνο του, έκανα ένα μικρό νεύμα αποχαιρετισμού Τα λόγια του έκρυβαν πικρές αλήθειες μα αυτή είναι η δικιά μου ζωή και θα την ζήσω όπως θέλω εγώ. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ το πνιγηρό του γέλιο και το αίμα που έτρεχε από τα γεμάτα σκορβούτο ούλα του.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΟΥΣ



        

Με λένε Αμέλια και λατρεύω τον πόνο. Αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα μητέρα, αν και δεν ζεις πια. Καθώς ταξιδεύω και λίμνες αντανακλούν πάνω στις λείες επιφάνειές τους σμήνη από πουλιά που πετάνε αντίθετα με την κατεύθυνσή μου, καθώς τα μπεκ ποτίζουν τα ανθισμένα βοσκοτόπια και τα βρώμικα τσοπανόσκυλα φυλάνε το κοπάδι από πρόβατα στη μέση του πουθενά, οι σκέψεις μου κι αυτές, βρίσκονται μαζί σου.
Σου γράφω σαν να σε γνωρίζω ξανά, σαν να ήμασταν συνομίλικες από την ίδια γειτονιά, γιατί ξέχασα το πρόσωπό σου και η θύμησή σου είναι τόσο έντονη που με λυτρώνει από την εξιστόριση των γεγονότων της ζωής μου.
Πάντα λάτρευα τον πόνο και την κάθαρση που έφερνε, μετά τη φυγή του. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν όταν ένα κοπρόσκυλο με πλησίασε δηλητηριασμένο μέσα σε ένα σοκάκι. Καθόμουν μέσα στη βρώμα των σκουπιδιών και έκλαιγα γιατί το αγόρι μου με παράτησε. Το σκυλί έβγαζε αφρούς μέσα από τα υγρά του χείλη και τρέκλισε, καθώς τα μάτια του διαστάλθηκαν ως αποτέλεσμα της θανατικής του δίνης. Ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου, εκλιπαρώντας για ένα τελευταίο χάδι πριν πεθάνει.
Όχι μόνο δεν σήκωσα το χέρι μου να το αγγίξω, αλλά το έβλεπα να κείτεται μέσα στη λίγδα πριν βγάλει τον τελευταίο του σπαραγμό. Λες και έπρεπε κάποιος να πληρώσει για τον πόνο που ένιωθα μέσα στα σωθικά μου.
Η μανία μου αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Δεν τυράννησα ποτέ ζώο, εκτός από κάτι πολύχρωμες πεταλούδες που συνέλλεγα σε μπουκάλια. Έκοβα τα φτερά τους, ένα για κάθε κακή ανάμνηση, δύο για κάθε φορά που ένα αγόρι με απέρριπτε.
Τους άντρες του σιχαινόμουν. Ήθελαν μόνο να μου τσακίσουν την ψυχή και να με κάνουν να αισθανθώ σαν πεταμένο κουρέλι.
Κι όμως ήμουν τόσο άσχημη. Τα καρέ μου μαλλιά κάλυπταν πλάγια τις ρυτίδες του μετώπου μου, και η γαμψή μου μύτη στραπατσαρισμένη στα δεξιά, κοσμούνταν από ένα μωσαικό μπιμπικιών, ανάμεσα σε δύο γεμάτα από κυλίδες φουσκωμένα μάγουλα.
Ένιωθα πενήντα, εξήντα, χρόνων και τα σακουλιασμένα μάτια μου με έκαναν να νίωθω ακόμα πιο μεγάλη.
Η πρώτη μου φορά ήταν στα μαθήματα χορού που με έστειλες. Ένιωθα χοντρή και ατσούμπαλη με εκείνο το άσπρο το κορμάκι. Τα υπόλοιπα κορίτσια με κάρφωναν με τις πλάγιες ματιές τους και τα χαμόγελά τους σηκωνόντουσαν σαν αγγίστρια στην άκρη των χειλιών τους.
Για λίγο ήταν καλά και ένιωθα ελέυθερη. Σήκωνα τα χέρια μου ψηλά, και τα πόδια μου στριφογύριζαν στον αέρα στις πιρουέτες και τα μαλλιά μου ανέμισαν. Ένιωσα για μια στιγμή ελεύθερη. Μα αυτό το δευτερόλεπτο το πλήρωσα ακριβά. Τα πόδια μου πλέχτηκαν και τρέκλισα προς τα πίσω πριν πέσω με ορμή στο δάπεδο. Είδα την αντανάκλασή μου πάλι, και το ρυτιδιασμένο και στεγνό μου πρόσωπο.
Οι γύρω μου γελούσαν και χειροκροτούσαν. Όχι γιατί έπεσα, αλλά για την κηλίδα αίματος ανάμεσα στα πόδια μου που μεγάλωνε και πότιζε την φούστα μου.
“Αμέλια η παρθένα με τα πόδια απλωμένα!”, φώναζαν ξανά και ξανά. Δύο από αυτές πιάστηκαν αγκαζέ και χόρεψαν στον ρυθμό λες και ήταν κάποια γιορτή που εκθείαζε την γελοιοποιήση μου.
Δεν ξαναπάτησα ποτέ στην τάξη. Έμεινα κλεισμένη μέσα και έπνιγα την κατάθλιψή μου στο ποτό. Μέχρι που τον συνάντησα.
Τον γνώρισα μέσα σε ένα σούπερμαρκετ. Φορούσε ένα τεράστιο κίτρινο πανοφώρι που κάλυπτε το σώμα του από τα δάχτυλα των ποδιών του μέχρι τον λαιμό του, και ένα μακρύ υφασμάτινο καπέλο που κάλυπτε το μέτωπό του. Σχετικά νέος σε ηλικία, προσφέρθηκε να με συνοδέψει μέχρι την έξοδο και συνεπαρμένη με την ευγένειά του δέχτηκα.
Τον είδα να τρεκλίζει καθώς έφευγε και προσφέρθηκα να τον βοηθήσω να γυρίσει σπίτι. Αράξαμε πάνω στους λερωμένους από καφέ καναπέδες και μου πρόσφερε ένα ποτήρι νερό που μύριζε ψαρίλα από την απλυσιά. Κάθισε δίπλα μου χωρίς να βγάλει τίποτα από πάνω του και οι σταγονίτσες από ιδρώτα πολλαπλασιάστηκαν στο μέτωπό του. Αν και κανείς μας δεν είπε τίποτα, δώσαμε ραντεβού ακριβώς στο ίδιο μέρος, την επόμενη μέρα.
Και έτσι πέρασαν μερικές εβδομάδες, ίσως και μήνες, και για λίγο ήταν καλά. Μια φορά μόνο μαλώσαμε όταν πήγα να του βγάλω το πανοφόρι και εκείνος με χτύπησε, λέγοντάς μου πως θα πέθαινε από πνευμονία αν έμενε γυμνός. Δεν πειράζει, με είχαν χτυπήσει και πιο βίαια στο παρελθόν.
Στο επόμενο ραντεβού, κρυφοκοίταξα έξω από το παράθυρό του και τον είδα γυμνό στο πάτωμα με ένα ηλίθιο μειδίαμα γύρω από το πρόσωπό του.
“Το σώμα σου είναι μια μεγάλη πόρτα γεμάτη γρατσουνιές και σκόνη, και όσο και να χτυπάς κανείς δεν θα σου ανοίξει αν δεν έχεις τα κατάλληλα μέσα για να ανοίξεις. Αυτό εδώ είναι το κλειδί!” είπε, και έβαλε στην παλάμη μου ένα μακρόστενο χάπι.
Το κατάπια μονομιάς και ο κόσμος γύρω μου άλλαξε. Έγινα κι εγώ ένα με το σμήνος από τα άγρια πουλιά που πετούσαν στον αέρα, και κοιτούσα τον εαυτό μου που ταξίδευε προς την αντίθετη κατεύθυνση, μέσα στο τρένο.
“Αξιολύπητη γυναίκα, τόσο μόνη και λυπημένη που θα πρέπει να αισθάνεται μέσα στο κονσερβοκούτι της.” Είπα, και κούνησα τα φτερά μου. Δίπλα ήταν κι αυτός, και με το γαμψό του ράμφος με παρότρυνε να κινηθούμε προς μια σκοτεινή κηλίδα στο ορίζοντα, και τα ένστικτά μας φούντωσαν τότε και νιώσαμε την αδρεναλίνη στο αίμα μας, λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.
Στην άκρης της κηλίδας, εκεί που οι μαύρες εκλάμψεις φούντωναν, τον είδα να αγκαλιάζει την ίδια του την μητέρα, μια λευκή φιγούρα που τον τράβηξε προς τα μέσα.
“Δεν θα σε αφήσω να πεθάνεις ξανά μητέρα...δεν θα αρρωστήσω ποτέ ξανά...στο υπόσχομαι!” είπε, και εξαφανίστηκε ουρλιάζοντας.
Ήσουν και εσύ εκει, θυμάσαι? Με αγκάλιασες σφιχτά, και ήθελα να σε φιλήσω και να σου πω τόσα πράγματα, αλλά ο ήχος τους με κράτησε μακριά σου. Κείτονταν βουβές στο πάτωμα, σπαράζοντας για μια τελευταία μπουκιά ζωής. Ο βουβός χτύπος των κομμένων φτερών τους ήταν εκκωφαντικός, μια σιωπηλή κραυγή που με απέτρεπε να έρθω κοντά σου.
Έφυγα από το σπίτι του εκείνη τη μέρα, και την επόμενη ξύπνησα διαφορετική, λες και έσπασε ένα κουκούλι που με περιέβαλλε.
Η ζωή είναι σκληρή, και δεν με σίγουρη πως θα τα καταφέρω, αλλά μερικές φορές ρίχνω λίγο νερό στο προσωπό μου και ο ήλιος με τυφλώνει και τα μάτια μου δακρύζουν. Κοιτάζω τα αγριοπούλια καθώς ταξιδεύω και συνειδητοποιώ πως πολλές φορές ταξιδεύουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Και για λίγο είναι καλά.